
Οι σχέσεις και η συνεργασία μεταξύ Αρμενίας και Ευρωπαϊκής Ένωσης εισέρχονται σε μια νέα, ιδιαίτερα δυναμική φάση, με πρωτοφανή επιτάχυνση της ανάπτυξής τους σε τομείς που εκτείνονται από τον πολιτικό διάλογο έως την οικονομική συνεργασία και τις πρωτοβουλίες στον τομέα της ασφάλειας.
Καθοριστική στιγμή αυτής της πορείας αποτέλεσε η πρόσφατη επίσκεψη της προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, στο Ερεβάν, κατά την οποία ανακοινώθηκαν νέες οικονομικές πρωτοβουλίες και επιβεβαιώθηκε η πολιτική βούληση για περαιτέρω εμβάθυνση των σχέσεων ΕΕ–Αρμενίας.
Σε συνέντευξή του στο πρακτορείο Armenpress, ο ανώτερος ερευνητής του Ινστιτούτου Διεθνών Σχέσεων της Ουγγαρίας και ειδικός στις διεθνείς σχέσεις, Πέτερ Κράνιτς, ανέλυσε τα γεωπολιτικά δεδομένα που διαμορφώνουν τη νέα αυτή πραγματικότητα.
Ο κ. Κράνιτς εκτιμά ότι η ίδια η Ευρώπη βρίσκεται σε διαδικασία μετασχηματισμού. Όπως εξηγεί, η ίδρυση της Ευρωπαϊκής Πολιτικής Κοινότητας το 2022 αποτέλεσε την απαρχή ενός ευρύτερου γεωπολιτικού σχεδίου, της λεγόμενης «Διευρυμένης Ευρώπης», που επιδιώκει τη δημιουργία ενός ενιαίου ευρωπαϊκού πολιτικού χώρου.
Σύμφωνα με τον ίδιο, το αρχικό όραμα της Ανατολικής Εταιρικής Σχέσης έχει πλέον αλλάξει. Η Λευκορωσία έχει απομονωθεί από την Ευρώπη, το Αζερμπαϊτζάν απομακρύνεται πολιτικά από την ΕΕ, η Ουκρανία και η Μολδαβία επιδιώκουν την ένταξή τους στην Ένωση, ενώ οι σχέσεις ΕΕ–Γεωργίας βρίσκονται σε αδιέξοδο.
«Η Ευρωπαϊκή Ένωση επιδιώκει σήμερα να δημιουργήσει έναν πιο συνεκτικό πολιτικό χώρο, από τον οποίο αποκλείονται η Ρωσία και η Λευκορωσία. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η Αρμενία εξελίσσεται σε κεντρικό πυλώνα του σχεδίου», σημειώνει.
Ο Ούγγρος αναλυτής υποστηρίζει ότι στην Ευρώπη η Αρμενία αντιμετωπίζεται ολοένα και περισσότερο ως μια χώρα που βρίσκεται ανάμεσα στη Ρωσία και τη Δύση, όπου κάθε εμπορική συμφωνία και κάθε νέα επένδυση θεωρείται μια μικρή ευρωπαϊκή γεωπολιτική επιτυχία.
Παράλληλα, ο Κράνιτς τονίζει ότι για την Αρμενία η ευρωπαϊκή πορεία δεν θα πρέπει να εκλαμβάνεται ως επιλογή πολιτισμικής ταυτότητας ή ως πολιτικοστρατιωτική συμμαχία.
«Παρότι η Αρμενία, ως το πρώτο χριστιανικό κράτος στον κόσμο, αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του ευρωπαϊκού πολιτιστικού χώρου, η γεωγραφία και η γεωπολιτική δεν καθορίζονται από συμβολισμούς», επισημαίνει.
Κατά την άποψή του, η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν διαθέτει σήμερα τη δυνατότητα να προσφέρει στην Αρμενία ουσιαστικές εγγυήσεις ασφαλείας, είτε στον οικονομικό, είτε στον ενεργειακό είτε στον στρατιωτικό τομέα.
Για τον λόγο αυτό, χαρακτηρίζει τις σχέσεις Αρμενίας–ΕΕ κυρίως ως εργαλείο διαφοροποίησης των διεθνών σχέσεων και στρατηγικής ασφάλειας σε ένα ασταθές περιφερειακό περιβάλλον.
Αναφερόμενος στην επίσκεψη της προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σε Αρμενία και Αζερμπαϊτζάν στις 2 Ιουλίου, ο Κράνιτς θεωρεί ότι είχε κυρίως συμβολική σημασία.
Όπως σημειώνει, πραγματοποιήθηκε σε μια ιδιαίτερα κρίσιμη περίοδο, μετά τις κοινοβουλευτικές εκλογές στην Αρμενία και ενώ η ειρηνευτική διαδικασία μεταξύ Ερεβάν και Μπακού βρίσκεται σε καθοριστικό στάδιο.
Η επίσκεψη έστειλε επίσης μήνυμα για τον αυξανόμενο ρόλο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στη διαμόρφωση της εξωτερικής πολιτικής της ΕΕ, καθώς η φον ντερ Λάιεν συνοδευόταν από την επίτροπο Διεύρυνσης Μάρτα Κος, ενώ η ύπατη εκπρόσωπος της ΕΕ Κάγια Κάλας και ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Αντόνιο Κόστα παρέμειναν στις Βρυξέλλες.
Παρά τη μεγάλη πολιτική βαρύτητα της επίσκεψης, ο αναλυτής εκτιμά ότι τα πρακτικά αποτελέσματα παραμένουν προς το παρόν περιορισμένα.
Οι προτεινόμενες εμπορικές διευκολύνσεις της ΕΕ αναμένεται να καλύψουν περίπου το 80% των αρμενικών εξαγωγών προς την ευρωπαϊκή αγορά, ωστόσο δεν αντιμετωπίζουν τα βασικά προβλήματα των Αρμένιων εξαγωγέων, όπως το υψηλό κόστος μεταφοράς, τις περιορισμένες μεταφορικές συνδέσεις, τις απαιτήσεις συμμόρφωσης με τα ευρωπαϊκά πρότυπα, και τη σημαντική διοικητική γραφειοκρατία.
Επιπλέον, υπενθυμίζει ότι τα μέτρα θα πρέπει πρώτα να εγκριθούν μέσω της χρονοβόρας νομοθετικής διαδικασίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Ανάλογη είναι και η εκτίμησή του για το πακέτο των 20 εκατομμυρίων ευρώ («Peace Dividend»), που προορίζεται για αποναρκοθέτηση, υγειονομική περίθαλψη και στήριξη μικρών επιχειρήσεων. Θεωρεί ότι, καθώς οι πόροι αυτοί θα διανεμηθούν σε τρεις διαφορετικούς τομείς με μεγάλες χρηματοδοτικές ανάγκες, η πρακτική τους επίδραση θα είναι μάλλον περιορισμένη.
Ο Κράνιτς υπογραμμίζει ότι οι στενότερες σχέσεις με την Ευρωπαϊκή Ένωση αυξάνουν το διεθνές κύρος της Αρμενίας και ενισχύουν τη διαφοροποίηση των εξωτερικών της συνεργασιών.
Ωστόσο, προειδοποιεί ότι η περαιτέρω στρατηγική μετατόπιση προς την Ευρώπη ενδέχεται να προκαλέσει εντάσεις με τη Ρωσία, η οποία παραμένει ο μεγαλύτερος εμπορικός εταίρος της Αρμενίας, αλλά και να περιπλέξει τις σχέσεις με το Ιράν, βασικό ενεργειακό προμηθευτή και σημαντικό διάδρομο μεταφορών.
Κατά την εκτίμησή του, η διαχείριση αυτών των ανταγωνιστικών σχέσεων θα απαιτήσει ιδιαίτερα προσεκτική διπλωματία.
Όσον αφορά τις οικονομικές προοπτικές, ο Ούγγρος αναλυτής θεωρεί ότι, παρά τις δυσκολίες στις παραδοσιακές εξαγωγές, η πραγματική ευκαιρία της Αρμενίας στην ευρωπαϊκή αγορά βρίσκεται στους τομείς όπου η γεωγραφική απόσταση παίζει μικρότερο ρόλο.
Συστήνει στη χώρα να επικεντρωθεί στην ανάπτυξη εξαγωγών υπηρεσιών υψηλής προστιθέμενης αξίας, όπως οι τεχνολογίες πληροφορικής, η τεχνητή νοημοσύνη, η εξωτερική ανάθεση επιχειρησιακών διαδικασιών (Business Process Outsourcing – BPO), και τα κοινά κέντρα παροχής υπηρεσιών (Shared Services Centers).
Όπως καταλήγει, το υψηλό μορφωτικό επίπεδο του ανθρώπινου δυναμικού της Αρμενίας, η ισχυρή παράδοση στις επιστήμες και την τεχνολογία (STEM), η ύπαρξη πολύγλωσσου εργατικού δυναμικού και το σχετικά ανταγωνιστικό κόστος εργασίας δημιουργούν τις προϋποθέσεις ώστε η χώρα να εξελιχθεί σε περιφερειακό κέντρο ψηφιακής καινοτομίας και ευρωπαϊκών υπηρεσιών.







