
«Ο φίλος στην ανάγκη φαίνεται και εμείς θα επιδιώξουμε τη στενότερη συνεργασία με τη Γερμανία» ήταν μια χαρακτηριστική αποστροφή του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκης στις κοινές δηλώσεις με τον καγκελάριο της Γερμανίας, Όλαφ Σόλτς, μετά τη συνάντησή τους στο Βερολίνο, που επιβεβαιώνει τη σημαντική βελτίωση των ελληνο-γερμανικών σχέσεων σε κάθε επίπεδο. Ενημερώνει σχετικά η ιστοσελίδα tovima.gr.
Ο πρωθυπουργός υπογράμμισε ότι η Ελλάδα προχωρά σε ένα νέο κεφάλαιο στην ιστορία της και από μαύρο πρόβατο στην Ευρώπη έχει πλέον καταστεί μια από τις σταθερότερες Οικονομίες στην Ευρωζώνη η οποία καταγράφει Ανάπτυξη, προσελκύει επενδύσεις και στηρίζει το διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών.
«Έχουμε δυο βασικές αρχές: Τον ακλόνητό προσανατολισμό στις μεταρρυθμίσεις και την πολιτική σταθερότητα, η οποία επιβεβαιώθηκε στις πρόσφατες εκλογές. Ακολουθούμε μια συνετή δημοσιονομική πολιτική με στόχο την παραγωγή πρωτογενών πλεονασμάτων» σημείωσε ο Κυριάκος Μητσοτάκης και αναφερόμενες στις ελληνο-γερμανικές οικονομικές σχέσεις τόνισε χαρακτηριστικά: «Φέτος καταρρίπτουμε το τουριστικό ρεκόρ αφίξεων στην χώρας μας, με τους Γερμανούς επισκέπτες να προτιμούν την Ελλάδα, οι γερμανικές επιχειρήσεις πρωτεύουν μεταξύ των ξένων επενδυτών στη χώρα μας, ενώ το περιβάλλον είναι ευνοϊκό και στο διμερές εμπόριο καθώς η Γερμανία αποτελεί τον δεύτερο βασικό προμηθευτή μας και τον τρίο μεγαλύτερο πελάτη για τα ελληνικά προϊόντα. Υπό αυτό το πρίσμα η Γερμανία θα είναι η τιμώμενη χώρα στην επόμενη ΔΕΘ και είχα την ευκαιρία να προσκαλέσω εκεί τον καγκελάριο Σόλτς».
Ο Έλληνα πρωθυπουργός δεν παρέλειψε να υπογραμμίσει και τη σημασία της συνεργασίας και σε ενεργειακό επίπεδο, χαρακτηρίζοντας υψηλής γεωστρατηγικής σημασίας τον πράσινο ενεργειακό διάδρομο ανάμεσα σε Βορρά και Νότο, που όπως είπε αποτελεί σημαντικό βήμα και για την απεξάρτηση από την ρωσική ενέργεια αλλά και για την ανάπτυξη των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας.
Μάλιστα ο Κυρ. Μητσοτάκης υπενθύμισε πως ενόψει της αναμόρφωσης του Συμφώνου Σταθερότητας, η Ελλάδα διεκδικεί πρόσθετους πόρους για την αντιμετώπιση των φυσικών καταστροφών που προκαλεί η κλιματική κρίση και του μεταναστευτικού προβλήματος, που όπως είπε αποτελούν προτεραιότητες για όλη την ΕΕ. «Η Ελλάδα ως κράτος πρώτης γραμμής δεν αποκλείεται να αντιμετωπίσει στο φόντο της κρίσης στο Μεσανατολικό νέες ισχυρές πιέσεις, επιβαρύνοντας τις ήδη αυξημένες φέτος ροές. Χαίρομαι για το γεγονός ότι η Γερμανία αναγνωρίζει τις καθημερινές μας προσπάθειες μας να προστατέψουμε τα εθνικά αλλά και τα ευρωπαϊκά σύνορα και χαίρομαι επίσης γιατί η Γερμανία αναθεώρησε την πολιτική παροχών προς μετανάστες. Θέση μας είναι ότι το νέο ευρωπαϊκό σύμφωνο Μετανάστευσης και Ασύλου πρέπει να ολοκληρωθεί σύντομα ώστε να διευθετήσουμε και τα ζητήματα των δευτερογενών ροών», τόνισε χαρακτηριστικά ο πρωθυπουργός.
Σε αυτό το σημείο ο Κυριάκος Μητσοτάκης και ερωτηθείς σχετικά επέμεινε ότι: «Η χώρα μας εφαρμόζει μια αυστηρή αλλά δίκαιη μεταναστευτική πολιτική που έχει αποδώσει καρπούς, επιθυμούμε να λύσουμε το θέμα των δευτερογενών ροών σε πνεύμα καλής συνεργασίας με την Γερμανία, θα εξακολουθούμε να συνεργαζόμαστε σε αυτό με τον καγκελάριο Σολτς καθώς αντιλαμβάνομαι πως είναι ένα ζήτημα που δημιουργεί πρόβλημα στη Γερμανία».
Ο πρωθυπουργός γνωστοποίησε επίσης ότι οι δυο ηγέτες συζήτησαν επίσης και το Κυπριακό, όπου τόνισε ότι είναι κοινός μας στόχος είναι να επανεκκινήσουν οι διαπραγματεύσεις χαιρετίζοντας την απόφαση του ΓΓ του ΟΗΕ για την επιλογή ειδικού απεσταλμένου.
Στο μέτωπο των ελληνο-τουρκικών ο κυρ. Μητσοτάκης ενημέρωσε τον Όλαφ Σολτς για τις προσπάθειες να παραμείνουν οι ελληνο-τουρκικές σχέσεις σε ήρεμα νερά με πυξίδα το διεθνές δίκαιο και τις σχέσεις καλής γειτονίας. Διευκρίνισε ότι διαφωνεί απόλυτα με τις θέσεις του Τούρκου προέδρου Ερντογάν σε ότι αφορά τη Χαμάς, αλλά επανέλαβε πως: «Το γεγονός ότι διαφωνούμε δεν σημαίνει ότι δεν μπορούμε να τον υποδεχτούμε στην Αθήνα για να κάνουμε ένα βήμα προόδου στην ελληνο-τουρκική προσέγγιση που ήδη έχει παράξει αποτελέσματα».
Τέλος ο Κυρ. Μητσοτάκης επανέλαβε ότι η Αθήνα αναγνωρίζει το νόμιμο δικαίωμα του Ισραήλ στην αυτοάμυνα και ότι αυτό πρέπει να γίνεται εντός των ορίων του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου, ενώ επαναβεβαίωσε για την ετοιμότητα της χώρας μας να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο για την μεταφορά ανθρωπιστικής βοήθειας προς τους αμάχους στη λωρίδα της Γάζας.
Η αναφορά του Κυριάκου Μητσοτάκη στην ελληνική ομογένεια της Γερμανίας κατά τη διάρκεια της κοινής συνέντευξης Τύπου με τον Γερμανό καγκελάριο Όλαφ Σολτς το μεσημέρι της Τρίτης στο Βερολίνο, ούτε τυχαία ήταν, ούτε άσκοπη.
Η επισήμανση έγινε σε μία συγκυρία ιδιαίτερα κρίσιμη, λίγες ημέρες προτού ο καγκελάριος υποδεχθεί τον Ταγίπ Ερντογάν, ο οποίος εν μέσω μίας μεγάλης κρίσης στη Μέση Ανατολή έχει αναθερμάνει τις φιλοδοξίες του να αναδειχθεί σε ηγέτη του σουνιτικού Ισλάμ και σταθερά χρησιμοποιεί και την πολύ μεγαλύτερη και ισχυρή τουρκική μειονότητα της Γερμανίας ως μέσο πολιτικής πίεσης.
«Σταθερή γέφυρα μεταξύ μας παραμένει η ζωντανή ελληνική κοινότητα που ζει και προκόβει εδώ. Κάτι παραπάνω από μισό εκατομμύριο πολίτες που έχουν ενταχθεί αρμονικά στην τοπική κοινωνία, συμβάλλοντας στην οικονομική πρόοδο αλλά και στον εμπλουτισμό της κουλτούρας της», υπογράμμισε ο έλληνας Πρωθυπουργός.
Η πολιτική επιρροή της ελληνικής ομογένειας στη Γερμανία είναι προφανώς ασθενέστερη από την αντίστοιχη της τουρκικής, η οποία αριθμεί περί το 1,5 εκατομμύριο. Όμως στην παρούσα συγκυρία αναφορές όπως η «αρμονική ένταξη», έχουν την ιδιαίτερη σημασία τους, υπό το πρίσμα των τουρκικών πολιτικών επιδιώξεων και της ιδιότυπης, ισορροπιστικής τακτικής του τούρκου προέδρου, μεταξύ ισλαμικού κόσμου και Δύσης, από την οποία δείχνει να παίρνει αποστάσεις, δίχως όμως και να προχωρεί σε ρήξεις.
Η αναφορά αυτή, πέραν των αντίστοιχων και αναμενόμενων για την οικονομική πρόοδο της Ελλάδας και το διαφορετικό επίπεδο της διμερούς συνεργασίας με τη Γερμανία, ερμηνεύτηκε ως μία αναγκαία, αλλά σημαντική επισήμανση εκ μέρους του Πρωθυπουργού, δεδομένης μάλιστα και της πολιτικής ρευστότητας στη Γερμανία και των χαμηλών ποσοστών αποδοχής της κυβέρνησης, με ορίζοντα τις ευρωεκλογές.
Παράλληλα, εκτιμάται ότι είναι μία παράμετρος που, με δεδομένη την γεωπολιτική συγκυρία, θα προσλάβει αναβαθμισμένη βαρύτητα, στη ιδιαίτερη τριγωνική σχέση Αθήνας – Άγκυρας – Βερολίνου, η οποία τις προσεχείς εβδομάδες θα παρακολουθείται με μεγάλο ενδιαφέρον, δεδομένων των συναντήσεων του Ταγίπ Ερντογάν με τον καγελάριο Σολτς, την προσεχή Παρασκευή και με τον Κυριάκο Μητσοτάκη, στις 7 Δεκεμβρίου.







