ΔιεθνήΚορυφαία

Πώς τα Γλυπτά αποτέλεσαν από τη στιγμή της αρπαγής τους συστατικό του αγγλικού εθνικισμού

Δεν ήταν ένα συνηθισμένο γεύμα. Τον Ιούνιο του 1808 ο σερ Αντονι Καρλάιλ, χειρουργός και εξέχον μέλος της λονδρέζικης ελίτ, είχε προετοιμάσει μια έκπληξη για τους καλεσμένους του. Ηταν όλοι άνδρες, λάτρεις της τέχνης και ανήκαν σε ανώτερα κοινωνικά στρώματα. Ο οικοδεσπότης τούς οδήγησε σε ένα δωμάτιο όπου αντίκρισαν τον πρωταθλητή πυγμαχίας Μπομπ Γκρέγκσον. Τους περίμενε εκεί ως έκθεμα, για να θαυμάσουν την κορμοστασιά του. Δέκα ημέρες αργότερα προσκλήθηκαν σε μια αποθήκη του λόρδου Ελγιν και βρέθηκαν ξανά μπροστά στον πυγμάχο, για μια παράδοξη σύγκριση. Θα μπορούσαν να επανεκτιμήσουν την ανατομία του καθώς θα πόζαρε πλάι στα Γλυπτά του Παρθενώνα, γράφει η «Καθημερινή».

Λίγες εβδομάδες αργότερα στο ίδιο μέρος, δίπλα στα αγάλματα, διοργανώθηκε αγώνας πυγμαχίας μεταξύ κορυφαίων αθλητών της Αγγλίας, που χαρακτηρίστηκε «η καλύτερη αναμέτρηση φύσης και τέχνης». Τα στιγμιότυπα έχουν αποτυπωθεί στο ημερολόγιο του Τζόζεφ Φάρινγκτον, τακτικού επισκέπτη στον πρόχειρο εκθεσιακό χώρο που είχε στήσει ο Ελγιν. Τον περιέγραφε ως κρύο τον χειμώνα και υπερβολικά ζεστό το καλοκαίρι.

Σύμβολα «βρετανικότητας»

Η Φιόνα Γκρίνλαντ, αναπληρώτρια καθηγήτρια Κοινωνιολογίας στο Πανεπιστήμιο της Βιρτζίνια, έχει μελετήσει αυτό το ημερολόγιο, μαζί με πρακτικά του Βρετανικού Μουσείου και περισσότερα από 1.000 δημοσιεύματα εφημερίδων των αρχών του 19ου αιώνα, για να διαπιστώσει πώς η ελίτ του Λονδίνου, αλλά και κόσμος εκτός της πόλης, σταδιακά αποδέχτηκε τα Γλυπτά του Παρθενώνα ως σύμβολα «βρετανικότητας».

«Αναρωτιόμουν πώς κάτι που είχε κατασκευαστεί στην Ελλάδα είχε απορροφηθεί στη βρετανική εθνική ταυτότητα. Συνήθως θεωρείται ότι ο εθνικισμός εστιάζει σε εγχώριες δημιουργίες από τις οποίες αντλεί υπερηφάνεια», λέει στην «Καθημερινή» η Γκρίνλαντ. Θεωρεί ότι η παράθεση γυμνών ή ημίγυμνων αθλητών πλάι στα Γλυπτά δεν ήταν τυχαία ή απλώς ένας τρόπος διαφήμισης των Μαρμάρων. Η πυγμαχία ήταν εκείνα τα χρόνια ιδιαίτερα δημοφιλής μεταξύ των πιο εύρωστων οικονομικά στρωμάτων. «Είναι ξεκάθαρη η σύγκριση που είχε σκοπό να δείξει ότι οι Βρετανοί αθλητές μπορούσαν να ανταγωνιστούν τα καλύτερα ελληνικά Γλυπτά. Ο Ελγιν και οι συνεργάτες του προσπαθούσαν να ενσωματώσουν τα Γλυπτά στη βρετανική νοοτροπία», τονίζει.

Οπως έχει γράψει η ίδια σε σχετική ανάλυσή της, ο Ελγιν φαίνεται πως επιχειρούσε να πείσει το κοινό του ότι ο φυσικός χώρος των Γλυπτών βρίσκεται στη Βρετανία. «Εάν οι γυμνοί πυγμάχοι έμοιαζαν με τους σμιλευμένους Ελληνες πολεμιστές της ζωφόρου, τότε οι Βρετανοί θα μπορούσαν να ισχυριστούν ότι ενσάρκωναν την κληρονομιά της αρχαίας Αθήνας», σημειώνει.

Το εκκρεμές ζήτημα των Γλυπτών του Παρθενώνα στην Ελλάδα, βρέθηκε ξανά στην επικαιρότητα μετά την πρόσφατη αντίδραση του Βρετανού πρωθυπουργού Ρίσι Σούνακ, ο οποίος ακύρωσε την προγραμματισμένη συνάντησή του με τον Κυριάκο Μητσοτάκη. Επί χρόνια τα επιχειρήματα υπέρ ή κατά της επιστροφής των γλυπτών εστιάζουν κυρίως σε νομικά ή πρακτικά ζητήματα. Υπάρχει, όμως, και μια άλλη πτυχή της οποίας τα θεμέλια φαίνεται πως μπήκαν στις αρχές του 19ου αιώνα. Μια γραμμή σκέψης σύμφωνα με την οποία τα γλυπτά εξελίχθηκαν σε μέρος της βρετανικής εθνικής ταυτότητας και κληρονομιάς.

Δεν είναι ξεκάθαρο πόσοι ασπάζονται σήμερα στη Βρετανία αυτή την άποψη, ούτε πόσο καθοριστική μπορεί να είναι στη στάση και την επιχειρηματολογία τους. Τον περασμένο Μάρτιο δημοσιεύτηκε από το Policy Exchange, μια συντηρητική δεξαμενή σκέψης με έδρα το Λονδίνο και μεγάλη επίδραση στον χώρο της Δεξιάς, μια ανάλυση 63 σελίδων για τα Γλυπτά του Παρθενώνα. Την υπογράφει ο δημοσιογράφος, ιστορικός και ακαδημαϊκός σερ Νόελ Μάλκολμ. Τάσσεται κατά της επιστροφής τους. Μεταξύ άλλων υποστηρίζει ότι είναι υπερβολικός ο ισχυρισμός πως πλήττεται η ελληνική ταυτότητα από την απουσία τους. Σημειώνει ακόμη ότι για περισσότερα από 200 χρόνια τα Γλυπτά του Παρθενώνα έχουν γίνει μέρος της βρετανικής πολιτιστικής κληρονομιάς.

Η Γκρίνλαντ επισημαίνει μιλώντας στην «Καθημερινή» τη στροφή που φαίνεται να έχει συντελεστεί στη Βρετανία τα τελευταία χρόνια, καθώς και τις δημοσκοπήσεις που δείχνουν ότι η πλειονότητα επικροτεί την επιστροφή των Γλυπτών. Ωστόσο παρατηρεί και τις αντιδράσεις Βρετανών που τάσσονται κατά. «Χρησιμοποιούν τη φράση “χάνουμε τα μάρμαρά μας”. Για ορισμένους η επιστροφή θεωρείται αδυναμία, πολιτική αδυναμία. Ισοδυναμεί με συνθηκολόγηση, ενδεχομένως δείχνει έλλειψη αφοσίωσης στο βρετανικό έθνος ή στο Βρετανικό Μουσείο», λέει. «Αυτές τις κατηγορίες μπορεί να αντιμετωπίσουν όσοι επιθυμούν να υποστηρίξουν το αντίθετο μέσα στη Βρετανία και ενδεχομένως να είναι δύσκολο να τις ξεπεράσουν όσοι θέλουν να διεκδικήσουν πολιτική θέση».

Οικειοποίηση

Ο Ρίτσαρντ Χίνγκλεϊ, επίτιμος καθηγητής Ρωμαϊκής Αρχαιολογίας στο Πανεπιστήμιο του Ντάραμ, επισημαίνει ότι οι προσεγγίσεις της αρχαιότητας, που ανιχνεύονται ήδη πριν από αιώνες, αποτελούν μια απόπειρα οικειοποίησης του παρελθόντος άλλων. Κάτι αντίστοιχο συνέβη στη Βρετανία και με την περίπτωση της αρχαίας Ρώμης. «Υπήρχε μεγάλος θαυμασμός στη Βρετανία για την κλασική εποχή στην αρχαία ελληνική Ιστορία και για τη Ρώμη, οπότε ορισμένοι προσπαθούσαν να βρουν κάποια σύνδεση», λέει στην «Καθημερινή». «Επικαλούνταν το κλασικό παρελθόν για να δικαιολογήσουν όσα έκανε η Βρετανία στην αυτοκρατορία της. Θεωρώ, όμως, ότι πλέον πολλοί Βρετανοί αναγνωρίζουν ότι η αυτοκρατορία δεν υπάρχει και ότι ζούμε σε έναν διαφορετικό κόσμο».

Λευκό μάρμαρο, λευκή φυλή

Στην ανάλυσή της η Γκρίνλαντ σημειώνει ότι ο Ελγιν και το δίκτυό του στα ανώτερα κοινωνικά στρώματα διοργάνωσαν μια άτυπη εκστρατεία δημοσίων σχέσεων για να προωθήσουν τα Γλυπτά του Παρθενώνα, προτού αυτά καταλήξουν στο Βρετανικό Μουσείο. Εγραφαν επιστολές στις εφημερίδες εξυμνώντας την αισθητική τους, ενώ πολιτικοί σε ομιλίες τους προειδοποιούσαν μήπως καταλήξουν στα χέρια ξένων συλλεκτών.

Οπως σημειώνει, σταδιακά καλλιεργήθηκε στη Βρετανία ένα υπερεθνικό αφήγημα πως τα Γλυπτά ανήκαν σε όλους, ενώ η αρχαία Αθήνα παρουσιαζόταν ως μια χαμένη ουτοπία που δεν είχε σχέση με τη σύγχρονη Ελλάδα. Σύμφωνα με αυτή τη γραμμή σκέψης, προσδίδοντας οικουμενικότητα στις συγκεκριμένες αρχαιότητες, θα μπορούσαν ενδεχομένως πιο εύκολα να δικαιολογήσουν την κατοχή τους.

Ενα άλλο στοιχείο που πιθανότατα συνετέλεσε σε αυτή την προσέγγιση ήταν και το χρώμα των Γλυπτών. Παρότι στην αρχαιότητα δεν ήταν λευκά, η Γκρίνλαντ επισημαίνει ότι η μονοχρωμία που απέκτησαν διευκόλυνε όσους το επιθυμούσαν να προβάλουν στα αγάλματα τον εαυτό τους. «Το λευκό μάρμαρο μπορεί να εκληφθεί ως λευκοί άνθρωποι –λευκοί Βρετανοί–, όπως το έβλεπαν ο Ελγιν και ο κύκλος του», γράφει στην ανάλυσή της.

Εμφάνιση περισσότερων
Back to top button