ΔιεθνήΚορυφαία

Οι Μικρασιάτες και ο αγώνας να ριζώσουν στην Αμερική

«Υπήρχε ο Αντώνης, μετανάστης στην Αμερική από την Ελλάδα, που νόμιζε ότι ήταν αληθινός Ελληνας και ότι οι Αλατσατιανοί και όλοι οι άνθρωποι από τη Μικρά Ασία ήταν υποδεέστεροι. Ο Αντώνης δούλευε σε εστιατόριο και κάθε φορά έπρεπε να βεβαιώνει ότι ο θείος μου, όπως και οι υπόλοιποι “Οθωμανοί Ελληνες” έμπαιναν από τη νότια πόρτα, που προοριζόταν για τους μαύρους». Η παραπάνω διήγηση, ενδεικτική των σχέσεων μεταξύ Ελλαδιτών και Μικρασιατών μεταναστών στις ΗΠΑ, τη δεκαετία του 1930, προέρχεται από έναν απόγονο των πρώτων Μικρασιατών μεταναστών, που σήμερα ζει στις βορειοανατολικές Πολιτείες των ΗΠΑ.

«Υπήρξαν τρεις διακριτές κατηγορίες μεταναστών: εκείνοι που ήρθαν στις αρχές του 20ού αιώνα ως οικονομικοί μετανάστες, όσοι μετανάστευσαν για να αποφύγουν τη στράτευση στον οθωμανικό στρατό και εκείνοι που διέφυγαν στις ΗΠΑ ως πρόσφυγες μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή ή και νωρίτερα λόγω των πιέσεων που δέχονταν», επισημαίνει στην «Καθημερινή» ο κ. Γιώργος Τοπαλίδης, ιστορικός – κοινωνιολόγος ερευνητής, ο οποίος έχει ολοκληρώσει πάνω από 250 συνεντεύξεις Ελληνοαμερικανών μικρασιατικής καταγωγής. «Πολλοί κάτοικοι της Ιμβρου, της Τενέδου, του Μαρμαρά και της Ανατολικής Θράκης έφυγαν αμέσως μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο». Η αυστηρή, ωστόσο, νομοθεσία που ίσχυσε το διάστημα 1919-1924 ανάγκασε πολλές οικογένειες να ζήσουν επί μακρόν χωριστά.

«Είναι πολύ δύσκολο να προσδιορίσουμε αριθμητικά αυτό το μεταναστευτικό κύμα», διευκρινίζει ο ίδιος, που εργάζεται στο Πρόγραμμα Προφορικής Ιστορίας Samuel Proctor του Πανεπιστημίου της Φλόριντα. Η καταγραφή που γινόταν στη νήσο Ελις περιελάμβανε τον τελευταίο τόπο κατοικίας του άρτι αφιχθέντος και όχι τον τόπο γέννησης, με αποτέλεσμα τα στοιχεία που έχουν φθάσει στα χέρια μας να μην είναι αξιόπιστα.

Οι Ελλαδίτες μετανάστες τους αντιμετωπίζουν άλλοτε με καχυποψία και άλλοτε υποτιμητικά. Τους αποκαλούν «τουρκόσπορους», ενώ οι μεικτοί γάμοι είναι συχνά ανεπιθύμητοι.

Οι Μικρασιάτες μετανάστες δικτυώνονται γρήγορα. «Εχω εντοπίσει 40 οργανώσεις σε όλες τις ΗΠΑ και μόνο 20 στη Νέα Υόρκη». Μία από τις εμβληματικότερες είναι αυτή των Αφθονιατών Μαρμαρά που ιδρύθηκε στο Λος Αντζελες το 1909. «Οι περισσότεροι εγκαθίστανται σε μεγάλες πόλεις και βρίσκουν δουλειά και στέγη μέσω των δικτύων τους». Πολλοί απασχολούνται στο εμπόριο ή ανοίγουν εστιατόρια, κάποιοι λιγότεροι, γιατροί και δικηγόροι, συνεχίζουν το επάγγελμά τους. «Είναι χαρακτηριστικό ότι ο εκδότης της εφημερίδας “Κόπανος” στη Σμύρνη συνεχίζει την έκδοσή της με το ίδιο όνομα στη Βοστώνη», σημειώνει ο κ. Τοπαλίδης. «Μαθαίνουν στα παιδιά τους αγγλικά, μεταξύ τους μιλούν δημοτική». Τα τουρκικά επανέρχονται μόνον όταν θέλουν να συζητήσουν κάτι κρυφά από τα παιδιά τους ή για το φαγητό. «Στα σπίτια τους, μέχρι και σήμερα, δεν θα ακούσεις τη λέξη “ντολμάς” παρά μόνο “γιαπράκια” και “σαρμάδες”».

Οι Ελλαδίτες μετανάστες τους αντιμετωπίζουν άλλοτε με καχυποψία και άλλοτε υποτιμητικά. Τους αποκαλούν «τουρκόσπορους» και «τουρκόφωνους», ενώ οι μεικτοί γάμοι είναι συχνά ανεπιθύμητοι. «Για να γίνουν αποδεκτοί οι “Οθωμανοί Ελληνες” μετανάστες και πρόσφυγες ως λευκοί Αμερικανοί χρησιμοποιούσαν συχνά αυτό που αναφέρω στη διατριβή μου ως υπερελληνικό αφήγημα αστιγματισμού», αναφέρει στην «Καθημερινή» ο 43χρονος ερευνητής. «Το αφήγημα τοποθετούσε τους “Οθωμανούς Ελληνες” ως κοινωνικοοικονομικά ανώτερους από τους Ελληνες στις ΗΠΑ· μέσω της χρήσης του αφηγήματος, οι “Οθωμανοί Ελληνες” διαπραγματεύτηκαν για τον ιδεολογικό χώρο του αυτοπροσδιορισμού τους, πρώτα ως Ελληνες και μετά ως λευκοί Αμερικανοί, μέσω αυτού που εμφανίστηκε ως ελληνοαμερικανική ταυτότητα στα μέσα της δεκαετίας του 1920». Ως μηχανισμό, λοιπόν, άμυνας, οι «Ελληνοοθωμανοί» προσπαθούν να αποδείξουν ότι είναι πιο έξυπνοι και εργατικοί, ότι έχουν «αρχαιότερη» ρίζα. «Είναι εντυπωσιακό, δε, ότι δεν υπήρχε διχασμός μόνο μεταξύ Ελλαδιτών και Μικρασιατών, αλλά και μεταξύ των Ελληνοοθωμανών, ανάλογα με τον τόπο προέλευσής τους».

Ολη αυτή η προσπάθεια προκάλεσε ένα διαγενεακό τραύμα. «Χρειάστηκε να τους πιέσω για να δεχθούν να μιλήσουν», λέει ο κ. Τοπαλίδης, «δεν ήθελαν να ανακαλέσουν δυσάρεστες μνήμες, ενώ πολλοί ένιωθαν άσχημα επειδή οι οικογένειές τους δεν ενσάρκωσαν το αμερικανικό όνειρο».

Ηταν χρέος

Ηταν μια ομιλία του καθηγητή Κωνσταντίνου Φωτιάδη στο Πανεπιστήμιο του Κονέκτικατ για τον ποντιακό ελληνισμό που ώθησε τον μικροβιολόγο έως τότε Γιώργο Τοπαλίδη να κάνει μια μεγάλη αλλαγή. «Μετακομίσαμε οικογενειακώς στις ΗΠΑ όταν ήμουν δέκα χρόνων», διηγείται στην «Καθημερινή» ο κ. Τοπαλίδης, «οι οικογένειες των γονιών μου είχαν εγκατασταθεί στη Δραπετσώνα και στην Καστοριά, είχαν ωστόσο και οι δύο έλθει από τη Μικρά Ασία και τον Πόντο». Στις ΗΠΑ η οικογένεια διατήρησε πολλές ελληνικές συνήθειες και δεσμούς με τον πλησιέστερο σύλλογο Ποντίων. Ο Γιώργος Τοπαλίδης σπουδάζει βιολογία και μικροβιολογία, ενώ συμμετέχει ενεργά στις δράσεις του Κέντρου Ελληνικών Σπουδών του πανεπιστημίου και αργότερα στη National Hellenic Student Association. «Για μια δεκαετία εργάστηκα ως μικροβιολόγος και επισκεπτόμουν το πανεπιστήμιο για να παρακολουθήσω διαλέξεις, όπως του Φωτιάδη, ο οποίος επισήμανε ότι ουδείς είχε ασχοληθεί με τη μετανάστευση Ελλήνων από τη Μικρά Ασία στις ΗΠΑ». Ετσι, το 2007 αποφασίζει να αναλάβει εκείνος το εκκρεμές αυτό χρέος με την Ιστορία. Από το 2015 βρίσκεται στη Φλόριντα, όπου διδάσκει Ιστορία και μελετά αποκλειστικά την ταυτότητα των Μικρασιατών μεταναστών. Τον Μάιο θα διενεργήσει έναν νέο κύκλο συνεντεύξεων στην πολιτεία του Τέξας. 

Εμφάνιση περισσότερων
Back to top button