ΚοινωνίαΚορυφαία

Η εθνοτική βία κατά των Αρμενίων θα επαναληφθεί, εκτός εάν…

Η έγκυρη ελληνική εφημερίδα “Εφημερίδα των Συντακτών” δημοσίευσε ένα άρθρο της Άννα Στβατσατριάν Τερκότ, γνωστής Αμερικανίδας αρμένικης καταγωγής, δημόσιας προσωπικότητας και ακτιβίστριας που ήταν μάρτυρας των αντιαρμενικών σφαγών στο Αζερμπαϊτζάν στις 27-29 Φεβρουαρίου 1988, με τίτλο «Εθνοτική βία κατά των Αρμενίων θα επαναληφθεί αν…” Σε αυτό το άρθρο, ένας αυτόπτης μάρτυρας περιγράφει πώς πριν από τρεις δεκαετίες στο Σουμγκάιτ, στο Μπακού, στο Κιροβομπάντ, στην επικράτεια της ΣΣΔ του Αζερμπαϊτζάν, πραγματοποιήθηκαν σφαγές του αρμενικού πληθυσμού κατόπιν εντολής των σοβιετικών αρχών, σκοτώνοντας εκατοντάδες Αρμένιους, μεταξύ των οποίων γυναίκες, παιδιά και ηλικιωμένους, και έλαβε χώρα βίαια εκτοπισμός χιλιάδων.
Το άρθρο παρουσιάζει επίσης τις πιθανές συνέπειες της αντιαρμενικής πολιτικής του Αζερμπαϊτζάν για τον αρμενικό λαό στην παρούσα φάση.
Το άρθρο παρουσιάζεται παρακάτω.

«Είναι δύσκολο να πιστέψει κανείς ότι είχαν περάσει 34 χρόνια από τότε που η ζωή μου και η ζωή εκατοντάδων χιλιάδων Αρμενίων οι οποίοι είχαν γεννηθεί στο Αζερμπαϊτζάν, παρέκλινε της πορείας της, για να διασκορπιστεί σε χιλιάδες διαφορετικές κατευθύνσεις. Στις 27 Φεβρουαρίου 1988 και για αρκετές ημέρες, έλαβαν χώρα στην πατρίδα μου, το τότε Σοβιετικό Αζερμπαϊτζάν, τα γεγονότα που έμελλε να καταγραφούν στην ιστορία ως «Τα Πογκρόμ του Σουμγκάιτ».

Αυτά τα πογκρόμ είχαν ως στόχο τον πληθυσμό της αρμενικής μειονότητας της παραθαλάσσιας πόλης Σουμγκάιτ, στο Αζερμπαϊτζάν. Βίαιοι όχλοι Αζέρων είχαν ξεχυθεί στους δρόμους εισβάλλοντας στα σπίτια των αρμενικής καταγωγής κατοίκων αυτής της ειρηνικής πόλης. Οι όχλοι επιτίθεντο κατά των Αρμενίων και τους σκότωναν, τόσο στους δρόμους όσο και στα ίδια τους τα σπίτια, ενώ η αστυνομία παρέμενε αμέτοχος παρατηρητής αφήνοντας να εξελιχθούν τα γεγονότα και το ιατρικό προσωπικό αρνιόταν να παράσχει βοήθεια στα θύματα. 

Αυτό το γεγονός σήμανε την αρχή του τέλους της Σοβιετικής Ένωσης. Ταυτόχρονα, ήταν το τέλος των παιδικών μου χρόνων. Τα γεγονότα πυροδοτήθηκαν από ένα απελευθερωτικό κίνημα, το οποίο ξέσπασε στην ιστορική αρμενική περιοχή του Ναγκόρνο Καραμπάχ, το Αρτσάχ, όπως το ονομάζουν οι Αρμένιοι. Στη δεκαετία του 1920, ο Ιωσήφ Στάλιν παρέδωσε αυτή την ιστορικά αρμενική περιοχή στο Αζερμπαϊτζάν, με στόχο να δημιουργήσει μια μόνιμη εστία έντασης στην περιοχή, ακολουθώντας την πολιτική του «Διαίρει και βασίλευε». Στην αρχή του 1988, το Ναγκόρνο Καραμπάχ απαίτησε να επανενωθεί με την Αρμενία, διεκδικώντας την αυτοδιάθεσή του με δημοψήφισμα, σύμφωνα με το Σοβιετικό Σύνταγμα.

Το γεγονός δεν έγινε αποδεκτό από την κυβέρνηση του Αζερμπαϊτζάν. Αντί να διαπραγματευθεί ειρηνικά με τους Αρμενίους του Ναγκόρνο Καραμπάχ -οι οποίοι αποτελούσαν σχεδόν το 99% του πληθυσμού- η αζερική κυβέρνηση εξαπέλυσε επίθεση κατά των φιλήσυχων αρμενικής καταγωγής πολιτών του Αζερμπαϊτζάν, τόσο σε στρατιωτικό επίπεδο, στο Ναγκόρνο Καραμπάχ, όσο και στο εσωτερικό της χώρας. Η προπαγανδιστική μηχανή ξεκίνησε τους επιδέξιους χειρισμούς της, τροφοδοτώντας τον μέσο Αζέρο πολίτη με θυμό και μίσος κατά των αθώων Αρμενίων γειτόνων του. Λίγο μετά τα Πογκρόμ του Σουμγκάιτ, ακόμη περισσότεροι Αρμένιοι έπεσαν θύματα αυτού του ενορχηστρωμένου από την κυβέρνηση μίσους, καθώς, τον Νοέμβριο του 1988, τα Πογκρόμ του Κιροβαμπάντ εκτυλίχθηκαν στη μεγάλη πόλη του Κιροβαμπάντ. 

Τελικά, μετά από μήνες ταραχών, η βία έφτασε στο αποκορύφωμά της τον Ιανουάριο του 1990, στην πρωτεύουσα του Αζερμπαϊτζάν, Μπακού, την πόλη στην οποία είχα γεννηθεί και μεγάλωνα. Μια πόλη, η οποία υπερηφανευόταν για την ανεκτικότητά της, την πολυπολιτισμικότητά της, την ποικιλομορφία και τη φιλειρηνικότητά της.

Για μια ολόκληρη εβδομάδα αυτού του φρικτού Ιανουαρίου, τα μέλη της Αρμενικής κοινότητας του Μπακού υπέστησαν βιασμούς, βασανίστηκαν και δολοφονήθηκαν. Έγκυες παρενοχλήθηκαν, μικρά κορίτσια βιάστηκαν μπροστά στα μάτια των γονιών τους. Οι Αζέροι τούς σημάδευαν τις πλάτες με πυρωμένους χριστιανικούς σταυρούς. Ηλικιωμένοι άνδρες και γυναίκες έπεσαν θύματα ληστειών και κάηκαν στην πυρά. Αυτές οι βίαιες συμμορίες γυρνούσαν από σπίτι σε σπίτι, επιτίθεντο μόνο εναντίον των αρμενικών νοικοκυριών, σαν κάποιος να τους κατεύθυνε προς αυτό τον σκοπό. Και, πράγματι, κάποιος τους κατεύθυνε ξεκάθαρα -αυτές οι σφαγές είχαν ενορχηστρωθεί από την κυβέρνηση του Αζερμπαϊτζάν.

Το Μπακού έπαψε να είναι το σπίτι μας. Ήταν ένα μέρος, από το οποίο έπρεπε να φύγουμε, όπως εκατοντάδες χιλιάδες άλλοι Αρμένιοι πολίτες του Αζερμπαϊτζάν, νιώθοντας τυχεροί για το ότι ήμαστε ζωντανοί. Κάποιοι έφυγαν μελανιασμένοι, ξυλοκοπημένοι, χωρίς να πάρουν τίποτα μαζί τους, στη μέση της νύχτας φορώντας τα νυχτικά τους, και επιβιβάζονταν σε πλοία με άγνωστο προορισμό. Άλλοι έφυγαν βιαστικά προς μακρινά μέρη, αφήνοντας τις εστίες και τα αγαπημένα τους πρόσωπα. Χάσαμε τις ζωές μας, την ασφάλειά μας, τα υπάρχοντά μας, τα σπίτια μας. Οι τάφοι των παππούδων μου στο Μπακού δεν υπάρχουν πια, γιατί τους κατέστρεψαν, όπως κατέστρεψαν όλα τα αρμένικα νεκροταφεία στο Μπακού και στην υπόλοιπη χώρα. Η Αρμένικη Εκκλησία, την επίσκεψη στην οποία θεωρούσα πολύτιμη όταν ήμουν παιδί, πυρπολήθηκε. 

Ο πρώτος πόλεμος στο Αρτσάχ έληξε με εκεχειρία το 1994. Παρότι, μετά την εκεχειρία, οι Αρμένιοι του Αρτσάχ απέκτησαν τον πλήρη έλεγχο των συνόρων τους, τη δική τους δημοκρατικά εκλεγμένη κυβέρνηση και το δικό τους Σύνταγμα, μαζί με τον δικό τους στρατό και μια λειτουργική οικονομία, για τρεις δεκαετίες ήταν απομονωμένοι, χωρίς διεθνή αναγνώριση και αποκλεισμένοι από την ανθρωπιστική βοήθεια και τα ανθρώπινα δικαιώματα που τους όφειλε η ανθρωπότητα. Και αυτό δεν ήταν το τέλος των δεινών τους. Η επίθεση που εξαπέλυσε το Αζερμπαϊτζάν εναντίον του Αρτσάχ το 2020, επανέφερε στο προσκήνιο τον αντι-αρμενισμό, το εθνοτικό μίσος κατά των Αρμενίων και την αδιαφορία όσων παρακολουθούσαν την εξέλιξη των γεγονότων. Ο κόσμος παρακολουθούσε και δεν έκανε τίποτα. Οι Αρμένιοι ήταν ανεπιθύμητοι στην ίδια τους τη γη και είχαν σχεδόν εκμηδενιστεί. 

Η ρητορική μίσους κατά των αθώων Αρμενίων έχει τριπλασιαστεί σε μέγεθος τις τελευταίες τρεις δεκαετίες, ειδικά μετά τον πιο πρόσφατο πόλεμο. Κάθε μέρα, η αζερική κυβέρνηση τροφοδοτεί τους πολίτες της με αντι-αρμενική προπαγάνδα. Υπάρχει ολόκληρη γενιά παιδιών του Αζερμπαϊτζάν, τα οποία διδάσκονται στα ελεγχόμενα από την κυβέρνηση σχολεία, ότι οι Αρμένιοι είναι τέρατα. Πώς μπορεί κανείς να συμβιώνει με έναν γείτονα, ο οποίος είναι τόσο προκατειλημμένος και βίαιος εναντίον των Αρμενίων, με μια χώρα, η οποία παρουσιάζει με τόσο εξωφρενικό τρόπο τον εαυτό της ως φάρο της ανεκτικότητας και πρότυπο πολυπολιτισμικότητας, την ίδια στιγμή που βομβαρδίζει αρμενικές εκκλησίες και ανήλικα Αρμενόπουλα με F-16 και οπλισμένα drones;

Δεν γνωρίζω. Ιδέα δεν έχω. Ωστόσο, αν έμαθα κάτι από την ιστορία της οικογένειάς μου, η οποία υπήρξε μάρτυρας τριών περιπτώσεων αντι-αρμενικής βίας (της Γενοκτονίας των Αρμενίων, των σφαγών στο Μπακού, το 1918, και των σφαγών στο τέλος της Σοβιετικής Ένωσης), είναι το ότι πρέπει να αναμένουμε -και να είμαστε προετοιμασμένοι ως προς αυτό- ότι η εθνοτική βία κατά των Αρμενίων θα επαναληφθεί. 

Σήμερα τιμώ τα θύματα των Πογκρόμ του Σουμγκάιτ, του Κιροβαμπάντ και του Μπακού. Υποκλίνομαι ταπεινά στους προστάτες της Πατρίδας, στον πόλεμο του Αρτσάχ το 2020. Όλοι αυτοί οι θάνατοι ήταν αχρείαστοι. Τιμώ τους Αρμένιους πρόσφυγες του Αζερμπαϊτζάν και τα όσα έχουν υποστεί. Δεν έχετε ξεχαστεί και ο πόνος και τα βάσανά σας δεν θα είναι μάταια. Υπάρχει μια ολόκληρη γενιά παιδιών, τα οποία γεννιούνται καθημερινά στο Αρτσάχ. Αυτά τα παιδιά συνεχίζουν να ζουν στην, έστω μικρότερη και διαλυμένη, Πατρίδα και δε θα πάψω ποτέ να εργάζομαι για την ανεξαρτησία τους, την ηρεμία και το μέλλον τους. 

*Συγγραφέας του βιβλίου «Πουθενά: Μια Iστορία Εξορίας» (“Nowhere, a Story of Exile’), υπέρμαχος των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, φιλάνθρωπος, ιδρύτρια του Ιδρύματος “Άννα Αστβατσατουριάν»

Εμφάνιση περισσότερων
Back to top button